money-tourism.gr
του Χρήστου Ν. Κώνστα
Υπό άλλες συνθήκες θα έπρεπε να είμαστε υπερήφανοι. Η Ελλάδα σήμερα, διαθέτει τρεις φορές περισσότερα πανεπιστήμια από τον μέσο Ευρωπαϊκό όρο.
Με περισσότερες από 30 Πανεπιστήμια και Ανώτατες σχολές, για πληθυσμό που δεν φτάνει τα 10 εκατομμύρια, την εποχή που σε ολόκληρη την Ευρώπη αντιστοιχεί περίπου 1 πανεπιστήμιο για κάθε 1 εκατομμύριο κατοίκους, η Ελλάδα έχει δημιουργήσει ένα οικοσύστημα στο οποίο η πραγματική έρευνα υστερεί, τα πτυχία έχουν μικρή διεθνή απήχηση και τελικά η ποσότητα έχει εξαφανίσει την ποιότητα, η τυπολατρία έχει αντικαταστήσει την ουσία.
Δεκάδες Ανώτατες Σχολές χωρίς σύνδεση με τη σύγχρονη κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα.
Έδρες που «απονέμονται» σε συγγενείς, φίλους και αγαπητικούς των ήδη διδασκόντων, συγγράμματα που στην καλύτερη περίπτωση αποτελούν συρραφή δοκιμίων ακόμη και του διαδικτύου, εξεταστικές διαδικασίες που έχουν ως βάση το «πολιτικό 5».
Πολλαπλές «εμβόλιμες» Εξεταστικές για να δοθεί «μία ακόμη ευκαιρία» στους αποτυχόντες.
Τον τελευταίο καιρό ωστόσο έχει δημιουργηθεί μια άτυπη βιομηχανία παραγωγής Διδακτορικών.
Η Ελλάδα σήμερα έχει 110.000 μεταπτυχιακούς φοιτητές, περισσότερους από 35.000 υποψήφιους διδάκτορες και περισσότερους από 3.000 κατόχους Διδακτορικού τίτλου.Οφείλουμε να εξαιρέσουμε από τον σωρό τις -λίγες δυστυχώς- σοβαρές περιπτώσεις όπου ο τίτλος αποκτήθηκε με πραγματική έρευνα, στην Ελλάδα και το εξωτερικό, με δημοσιεύσεις, μελέτες και διακρίσεις. Αυτές όμως είναι η εξαίρεση.
Στην μεγάλη πλειοψηφία, έχουμε διδακτορικούς τίτλους που απονέμονται συλλήβδην σε δημοσίους υπαλλήλους, δημοτικούς άρχοντες της περιοχής οι οποίοι θέλουν να βελτιώσουν το μισθολογικό τους καθεστώς, σε πολιτευτές που θέλουν να αναβαθμίσουν το βιογραφικό τους, σε …περαστικούς που απλώς αγοράζουν μια διατριβή από το διαδίκτυο.
Γνωστές ιστοσελίδες, παράγουν εργασίες και διατριβές με τιμολόγιο που ξεκινά από 400 Ευρώ και ανεβαίνει ανάλογα με την …ποιότητα.
Η παροχή πτυχίου θεωρείται βέβαιη. Στα 500 και πλέον τμήματα των Ελληνικών ΑΕΙ το καθένα έχει από 3 έως 4 μεταπτυχιακά μαθήματα και η βιομηχανία αναπτύσσεται. Προσλαμβάνονται εκατοντάδες «επίκουροι καθηγητές» με μισθό 1.300 Ευρώ καθαρά και στόχο να κάνουν κάτι άλλο περισσότερο προσοδοφόρο στη ζωή τους μόλις αποκτήσουν την κατάλληλη θέση.
Υπάρχουν τμήματα στα οποία δεν γίνονται μαθήματα γιατί στην αίθουσα δεν υπάρχει ούτε ένας φοιτητής.
Υπάρχουν «εξ αποστάσεως» μαθήματα που απλώς εξυπηρετούν τη βιομηχανία των πτυχίων. Το μάθημα «γίνεται» αλλά οι συμμετέχοντες εγκαταλείπουν τον υπολογιστή μετά το πρώτο πεντάλεπτο.
Υπάρχει ένα στρεβλό σύστημα κινήτρων που δεν οδηγεί στη γνώση αλλά στην απόγνωση.
Πτυχιούχοι που θέλουν να προσληφθούν σε καλές θέσεις εργασίας αλλά αποτυγχάνουν σε βασικές ασκήσεις κατανόησης κειμένου και αξιολόγησης δεδομένων.
Οι συγκρίσεις με άλλες ευρωπαϊκές χώρες είναι απολύτως αποκαλυπτικές.
Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η Γαλλία με 66 εκατομμύρια κατοίκους διαθέτει 66 πανεπιστήμια – ακριβώς ένα ανά εκατομμύριο – και προσελκύει 450.000 ξένους φοιτητές κάθε χρόνο. Η Γερμανία με 84 εκατομμύρια κατοίκους έχει περίπου 109 πλήρη πανεπιστήμια (και συνολικά 420 ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης συμπεριλαμβανομένων των πανεπιστημίων εφαρμοσμένων επιστημών) και φιλοξενεί 458.000 διεθνείς φοιτητές. Το Ηνωμένο Βασίλειο με 67 εκατομμύρια κατοίκους διαθέτει 260 ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης και προσελκύει πάνω από 730.000 ξένους φοιτητές. Ακόμα και η Ισπανία με 48 εκατομμύρια κατοίκους έχει 89 πανεπιστήμια, λιγότερα από την Ελλάδα σε απόλυτους αριθμούς παρά τον σχεδόν πενταπλάσιο πληθυσμό. Η Ιταλία με 60 εκατομμύρια κατοίκους λειτουργεί με περίπου 90 πανεπιστήμια.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποσοτικό.
Η Γερμανία με τα 109 πανεπιστήμιά της διαθέτει πολλαπλάσια ερευνητικά κονδύλια, διεθνείς δημοσιεύσεις και πανεπιστήμια που κατατάσσονται στα κορυφαία παγκοσμίως. Κανένα ελληνικό πανεπιστήμιο δεν εμφανίζεται στις πρώτες 500 θέσεις των διεθνών κατατάξεων .Όχι επειδή οι Έλληνες είναι λιγότερο έξυπνοι, αλλά επειδή η κατακερματισμένη δομή καθιστά αδύνατη τη συγκέντρωση ταλέντου και πόρων. Οι έξυπνοι Έλληνες έχουν εγκαταλείψει τη χώρα και αναζητούν την αναβάθμιση των γνώσεων τους αλλού.
Η πραγματική «βιομηχανία» όμως δεν βρίσκεται πια στα προπτυχιακά προγράμματα αλλά στα διδακτορικά.
Τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί εκρηκτική αύξηση των διδακτορικών διατριβών σε τομείς με αμφίβολη ερευνητική αξία και μηδενική σύνδεση με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας.
Τμήματα που αδυνατούν να προσφέρουν σύγχρονη προπτυχιακή εκπαίδευση, χωρίς εργαστηριακό εξοπλισμό, χωρίς διεθνείς συνεργασίες, χωρίς δημοσιεύσεις σε κορυφαία επιστημονικά περιοδικά, παράγουν διδακτορικούς τίτλους με ρυθμούς γραμμής παραγωγής.
Η άφιξη του ChatGPT και των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων έχει προσθέσει νέα διάσταση στην κρίση. Διδακτορικές διατριβές που πάντα είχαν περιορισμένη ερευνητική αξία μπορούν τώρα να «συγγραφούν» σε κλάσματα του χρόνου που απαιτείτο παλαιότερα. Η τεχνολογία επιτρέπει την παραγωγή κειμένου με ακαδημαϊκό ύφος, με παραπομπές, με δομή – χωρίς πραγματική έρευνα, χωρίς πρωτότυπη σκέψη, χωρίς συμβολή στη γνώση.
Το πρόβλημα δεν είναι η τεχνολογία.
Το πρόβλημα είναι ότι ένα σύστημα που ήδη δεν αξιολογούσε ουσιαστικά την ποιότητα της έρευνας, ένα σύστημα που συχνά αρκείτο σε τυπική συμμόρφωση με διαδικαστικούς κανόνες, έχει πλέον καταστεί εντελώς ανίκανο να διακρίνει την αληθινή ερευνητική προσπάθεια από την τεχνολογικά υποβοηθούμενη προσποίηση.
Επιβλέποντες καθηγητές που δεν διαθέτουν οι ίδιοι διεθνώς αναγνωρισμένο ερευνητικό έργο αδυνατούν ή μήπως δεν επιθυμούν, να εντοπίσουν τη χρήση γενετικής νοημοσύνης στη σύνταξη διατριβών.
Την ίδια εποχή, οι Έλληνες εργοδότες αναζητούν εργαζόμενους με δεξιότητες και αποτυγχάνουν. Ελληνικές επιχειρήσεις που προσπαθούν να ανταγωνιστούν σε διεθνείς αγορές αναζητούν στελέχη με δεξιότητες σε data analytics, Τεχνητή Νοημοσύνη, κυβερνοασφάλεια, ψηφιακό μάρκετινγκ, βελτιστοποίηση των logistics.
Αναζητούν ανθρώπους που κατανοούν τα ESG frameworks, που μπορούν να χειριστούν SAP ή Salesforce, που γνωρίζουν Python και SQL.
Όταν η Γερμανία με τα 2,87 εκατομμύρια φοιτητές της επενδύει σε excellence clusters και cutting-edge research με εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ ετησίως, όταν το Ηνωμένο Βασίλειο με τα 2,9 εκατομμύρια φοιτητές του βαθμολογεί το 41% της έρευνάς του ως “world leading”, η Ελλάδα με τα 30 πανεπιστήμιά της παράγει διδακτορικά που κανείς δεν διαβάζει και κανείς δεν αναφέρει.
Το πρόβλημα είναι σοβαρό. Η λύση δεν είναι απλή αλλά είναι προφανής.
Η Ελλάδα χρειάζεται πολύ λιγότερα πανεπιστήμια με περισσότερους πόρους το καθένα.
Αν η Ισπανία με 48 εκατομμύρια μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά με 89 πανεπιστήμια, η Ελλάδα με πληθυσμό μικρότερο των 10 εκατομμυρίων θα μπορούσε να έχει 12-15 ισχυρά ιδρύματα αντί για 30 υποχρηματοδοτούμενα.
Χρειαζόμαστε αυστηρότερα κριτήρια για τη λειτουργία διδακτορικών προγραμμάτων, συγκεκριμένα κριτήρια που θα βασίζονται σε δημοσιεύσεις, σε διεθνείς συνεργασίες, σε πραγματικό ερευνητικό αντίκτυπο.Χρειάζεται σύνδεση των ακαδημαϊκών προγραμμάτων με τις ανάγκες της οικονομίας, με τεχνολογικές εξελίξεις, με αυτό που πραγματικά ζητάει η αγορά εργασίας.
Πάνω από όλα, πρέπει να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε τους ακαδημαϊκούς τίτλους ως γραφειοκρατικά εργαλεία ή διαβατήριο για ένα μικρό επίδομα και την «εξέλιξη» .
Η Κύπρος έχει σήμερα 30 κολλέγια μονοετούς, διετούς και τριετούς φοίτησης, προσαρμοσμένης στις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας της.
Ένα διδακτορικό πρέπει να σημαίνει συμβολή στη γνώση, όχι απλώς μοριοδότηση σ’ έναν διαγωνισμό.
Αλλιώς, η «βιομηχανία» θα συνεχίσει να λειτουργεί, παράγοντας χαρτιά με μηδενική αξία, καταστρέφοντας το κύρος της ελληνικής ακαδημαϊκής παράδοσης, και απομακρύνοντας όλο και περισσότερο το εκπαιδευτικό σύστημα από την πραγματικότητα του 21ου αιώνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου