Καθημερινή
Παναγής Παναγιωτόπουλος*
Από πολλές πηγές τροφοδοτείται αυτή την εποχή μια μεγάλη ανησυχία για το πανεπιστήμιο και ειδικότερα για τις κοινωνικές και ανθρωπιστικές σπουδές. Αν αφήσουμε κατά μέρος τη συνωμοσιολογική ανάγνωση ότι ο τεχνο-καπιταλισμός υλοποιεί πλέον τα σχέδιά του να καταστρέψει τον γνωστικό ιστό της πολιτειακής παιδείας και των «μεγάλων ιδανικών», προβάλλουν μαρτυρίες και εικόνες πραγματικά ενδιαφέρουσες και συνάμα τρομακτικές. Η χρήση οθονών και το διαρκές σκρολάρισμα έχουν επηρεάσει τις γνωστικές λειτουργίες σε τέτοιο βαθμό, ώστε κάθε εκγύμναση του εγκεφάλου σε επίπεδο πανεπιστημίου να δείχνει μάταιη: χαμηλό επίπεδο γενικής παιδείας, αποστροφή προς την ανάγνωση, δυσανεξία σε οτιδήποτε συγκροτείται ως μακρά αφήγηση, ενόχληση από την ίδια την έννοια της μεγάλης διάρκειας, εκφραστική έκπτωση. Ο 19ος αιώνας μοιάζει εποχή των παγετώνων, ο «Οδυσσέας» του Τζέιμς Τζόις ένα τρομακτικό ταξίδι σε μια κόλαση δίχως τέλος και η διατύπωση κριτικών επιχειρημάτων, άσκηση για πολύ δυνατούς λύτες. Ο εποικισμός των γνωστικών και επικοινωνιακών μας πεδίων από την Τ.Ν. έρχεται να ολοκληρώσει την κρίση της πανεπιστημιακής εμπειρίας.
Δίπλα όμως σε αυτές τις ζοφερές εικόνες, που πολλοί πανεπιστημιακοί, συχνά με φαταλιστικό ναρκισσισμό, αρέσκονται να προβάλλουν ως αιτία των δεινών που μαστίζουν τις σπουδές αυτές, οφείλουμε να καταγράψουμε εξίσου σημαντικές μεταβολές που, σαν υπόγειο κύμα, κλονίζουν αθόρυβα αλλά σε βάθος το πανεπιστημιακό μας οικοδόμημα. Το φαινόμενο έχει ξεκινήσει εδώ και μερικά χρόνια από τις πανεπιστημιακές σχολές της περιφέρειας και προχωράει σταθερά προς τα πανεπιστήμια του κέντρου. Εκδηλώνεται με τρεις τρόπους. Πρώτον, με τη μείωση των εγγεγραμμένων φοιτητών. Πολλές σχολές του ευρύτερου θεωρητικού κύκλου έχουν σήμερα υπαρξιακό πρόβλημα, με την κυριολεκτική σημασία του όρου. Δεύτερον, με την αύξηση των πλασματικών εγγραφών: άνθρωποι που κατοχυρώνουν την επιτυχία τους στις εξετάσεις, αλλά στην ουσία δεν φοιτούν. Διατηρούν για ένα διάστημα μια ελάχιστη σχέση με το πανεπιστήμιο, κυρίως γιατί αυτό καθησυχάζει παλαιά αντανακλαστικά της οικογένειάς τους, αλλά πορεύονται διαφορετικά, εργαζόμενοι ή/και σπουδάζοντας κάτι με καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές. Τρίτη κατηγορία είναι οι «φοιτητές αποκλειστικής εξεταστικής απασχόλησης»: καταβάλλουν την ελάχιστη δυνατή προσπάθεια και συμμετέχουν μόνο στις εξετάσεις, χωρίς να εμφανίζονται ποτέ στα μαθήματα. Πολλοί εργάζονται, συχνά για να χρηματοδοτήσουν εξειδικευμένες σπουδές στην ιδιωτική εκπαίδευση.
Τι μεταφράζει όμως αυτή η σταδιακή ερήμωση σχολών και αμφιθεάτρων; Πρόκειται, νομίζω, για έναν βαθύ μετασχηματισμό των αντιλήψεων και των επενδύσεων γύρω από τις σπουδές, που προστίθεται στην αλλαγή της σχέσης της οικογένειας με το κράτος και την οικονομία, όπως αυτή προέκυψε στα χρόνια της χρεοκοπίας, αλλά και σε μεταβολές στην ίδια την οικονομία.
Οι σχολές κοινωνικών επιστημών, με τον ούτως ή άλλως πληθωριστικό αριθμό φοιτητών, διατηρούσαν τη ζήτησή τους κυρίως γιατί το πτυχίο τους εξασφάλιζε την τυπική δυνατότητα πρόσβασης στις ποικίλες μορφές της δημόσιας υπαλληλίας. Τούτο όμως δεν αποτελεί πλέον σημαντικό πλεονέκτημα, από τη στιγμή που ολόκληροι κλάδοι της νέας οικονομίας εξασφαλίζουν –προς το παρόν– καλύτερες αμοιβές: μέσω συγκεκριμένων εξειδικεύσεων σε επαγγέλματα που κάποτε είχαν χαμηλές αμοιβές και κύρος ή σε εργασίες της «νεανικής διαθεσιμότητας», θα λέγαμε. Η σεζόν ή το ντελίβερι είναι τέτοια παραδείγματα. Σκληρές δουλειές, που όμως αμείβουν από νεαρή ηλικία, άμεσα και σίγουρα περισσότερο από ό,τι η κάποτε αξιοζήλευτη δημόσια υπαλληλία. Η επένδυση σε εξειδικευμένα τεχνικά και άλλα επαγγέλματα υπόσχεται επίσης –με επισφάλεια πάντα– καλύτερο επίπεδο ζωής.
Τέτοιες επιλογές των παιδιών δεν εμποδίζονται πλέον από οικογενειακά ταμπού του τύπου «πάρε πρώτα εσύ το χαρτί και βλέπουμε», «έχεις μπει στη Φιλοσοφική, τι δουλειά έχεις να σερβίρεις». Aλλωστε, η ελληνική οικογένεια δεν είναι πλέον σε θέση να χρηματοδοτήσει τις παλιές γραμμικές βιογραφίες των παιδιών, με τη μακρά παραμονή εντός του οίκου μέσα από μια ελεγχόμενη φοιτητική και καταναλωτική αεργία. Η τάση σήμερα είναι οι νέοι να βγάζουν τα λεφτά τους και, προοπτικά, να ζουν τη ζωή τους.
Πρόκειται για μια βουβή, αλλά αναμενόμενη αντίδραση της ίδιας της κοινωνίας σε ένα πανεπιστημιακό μοντέλο που αρνήθηκε να αλλάξει: που εξακολουθεί να προσφέρει τετραετείς σπουδές εκεί όπου στην Ευρώπη τα ίδια προσόντα αποκτώνται σε τρία χρόνια, όπου το αμφιθεατρικό μάθημα παραμένει εγκλωβισμένο σε μια εσωστρεφή «διδασκαλία της ύλης», όπου τα πτυχία δεν συμπλέκονται μεταξύ τους, όπου η κινητικότητα και η δυνατότητα συνδυασμού διδακτικών μονάδων από τη μεγάλη ποικιλία της παγκόσμιας προσφοράς απαγορεύονται. Σπουδές μιας εποχής που έχει παρέλθει και που εύκολα πλέον παρακάμπτονται.
*Ο κ. Παναγής Παναγιωτόπουλος είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΠΑ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου