καθημερινή
Παναγιώτης Λάμψας
Στην πολιτική, η αποχώρηση ενός αρχηγού σπάνια είναι απλή υπόθεση. Συνήθως συνοδεύεται από μακρόσυρτες εσωκομματικές διαμάχες, ενίοτε και σκληρούς «εμφυλίους». Δεν αρκεί ασφαλώς μια κακή επίδοση στην κάλπη, ούτε μια δύσκολη δημοσκόπηση για να κλείσει ένας κύκλος. Οι ηγεσίες κρίνονται από τα αποτελέσματα σε βάθος χρόνου αλλά και από τους στόχους που οι ίδιες έχουν θέσει. Όταν ο στόχος διατυπώνεται καθαρά, η αποτυχία του δεν μπορεί εύκολα να βαφτιστεί επιτυχία με τη βοήθεια μιας βολικής ερμηνείας. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μιλώντας προχθές στον ΣΚΑΪ (Άρης Πορτοσάλτε) άφησε εμμέσως πλην σαφώς να εννοηθεί ότι ένα ποσοστό κάτω από το 25% θα αποτελούσε λόγο αποχώρησής του. Με αυτόν τον τρόπο έβαλε ένα όριο στον εαυτό του, ξεκάθαρο και απολύτως λογικό. Δεν είναι μικρό πράγμα για έναν πρωθυπουργό που έχει κυριαρχήσει επί σειράν ετών στην πολιτική σκηνή να αναγνωρίζει ότι υπάρχει ένα σημείο πέρα από το οποίο η παραμονή του δεν θα θεωρείται αυτονόητη. Από τη στιγμή όμως που το όριο ειπώθηκε, θα μετρηθεί με βάση τα πραγματικά αποτελέσματα και όχι τις εκ των υστέρων εξηγήσεις. Αυτό το όριο όμως θέτει προ των ευθυνών τους και τους επίδοξους δελφίνους στη Ν.Δ., οι οποίοι θα πρέπει ή να σηκώσουν το γάντι τώρα αν διαφωνούν με αυτή την εξήγηση ή να σταματήσουν τη δολιοφθορά. Τρίτη λύση δεν υπάρχει, καθώς όλοι και όλα κρίνονται και σε τέτοιους πονηρούς καιρούς ακόμη πιο αυστηρά. Προφανώς ο κ. Μητσοτάκης διεκδικεί έναν πολύ φιλόδοξο στόχο που είναι μια τρίτη τετραετία και μάλιστα με αυτοδυναμία, που μοιάζει δύσκολο αλλά όχι αδύνατο. Το καλό ή και το κακό ταυτοχρόνως είναι πως δεν υπάρχει κάποιος από την αντιπολίτευση που να τον απειλεί και αυτό ενίοτε λειτουργεί εις βάρος της συσπείρωσης του κόμματός του. Η δεξιά της Ν.Δ. πανσπερμία κομμάτων και φιλόδοξων αρχηγών αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα για τον κ. Μητσοτάκη, αλλά μάλλον δεν μπορεί να κάνει και πολλά γι’ αυτό. Ενδεχομένως η κυριαρχία του στον χώρο του Κέντρου μπορεί να αντισταθμίσει και αυτή τη φορά τις διαφαινόμενες απώλειες στα δεξιά του.
Η ίδια αρχή με τον πήχυ που έθεσε ο πρωθυπουργός μοιραία αφορά όλους τους αρχηγούς. Για παράδειγμα, ο Νίκος Ανδρουλάκης έχει λόγο να ξεκαθαρίσει τι θεωρεί επιτυχία για το ΠΑΣΟΚ, καθώς η προοπτική της πρώτης θέσης δεν φαίνεται να προκύπτει. Θα μπορούσε να είναι η δεύτερη θέση με ενίσχυση δυνάμεων, που μοιάζει και περισσότερο πιθανή και αφήνει και μια προοπτική διακυβέρνησης. Αν ο πήχυς μένει χαμηλά ή αλλάζει ανάλογα με τις περιστάσεις, τότε δεν αποτελεί στόχο αλλά επικοινωνιακή άσκηση. Οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν τι ακριβώς υπόσχεται μια ηγεσία και με ποιο μέτρο θα κριθεί.
Το ίδιο ερώτημα επιστρέφει και για τον Αλέξη Τσίπρα εφόσον θέλει να διεκδικήσει ξανά πρωταγωνιστικό ρόλο. Η πολιτική του εμπειρία είναι μεγάλη και οι προηγούμενες ήττες του έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους. Η νέα προσπάθεια δεν πάει και πολύ καλά, αλλά κυρίως δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην ανάμνηση ενός κακού παρελθόντος ή στην προσδοκία ότι η δυσαρέσκεια στην κυβέρνηση θα μετατραπεί αυτομάτως σε ψήφο. Η φιλοδοξία του να ανασυγκροτηθεί ο χώρος της Κεντροαριστεράς υπό την ηγεσία του δεν συγκίνησε κανέναν και μένει να ορίσει ο ίδιος τι θεωρεί επιτυχία. Αν μάλιστα δεν καταφέρει να βρεθεί στη δεύτερη θέση, απλώς θα έχει χάσει άλλη μια φορά από τον κ. Μητσοτάκη, ο οποίος τον έχει διαλύσει σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις από το 2019 και μετά.
Σε κάθε περίπτωση, στις εκλογές κρίνονται και οι αρχηγοί. Προφανώς από τις επιδόσεις τους καθορίζεται και το μέλλον τους στον βαθμό που τα κόμματα παραμένουν δημοκρατικά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου